ανακύκληση
•
- λόγιοη επαναφορά στο ίδιο σημείο μετά από κυκλική πορεία Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαθεωρία που πρεσβεύει ότι πολλά γεγονότα ή πράγματα πραγματοποιούν μια κυκλική πορεία και ξανασυμβαίνουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακύκληση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνακύκλη(σις) (κυκλική κίνηση) + -ση < ἀνακυκλῶ (-έω). Μορφολογικά αναλύεται σε ανα- + κυκλη- (όπως στο ρήμα κυκλώνω) + -ση. :* για τη σημασία «ανακύλωση»: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική recycling
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακύκληση | ανακυκλήσεις |
| Γενική | ανακύκλησης | ανακυκλήσεων |
| Αιτιατική | ανακύκληση | ανακυκλήσεις |
| Κλητική | ανακύκληση | ανακυκλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →