κύκλος
•
- γεωμετρίαο γεωμετρικός τόπος των σημείων που απέχουν συγκεκριμένη απόσταση από ένα άλλο σημείο Βικιλεξικό
- κλειστή διαδρομή Βικιλεξικό
- Μπορείς να κάνεις αναστροφή στην πορεία σου κάνοντας τον κύκλο της πλατείας.
- μεταφορικάη μετάβαση από μία αρχική κατάσταση στην ίδια πάλι κατάσταση μέσω άλλων καταστάσεων Βικιλεξικό
- Όταν η αρρώστια κάνει τον κύκλο της θα γίνεις πάλι καλά.
- Ο κύκλος της σελήνης περιλαμβάνει τέσσερις φάσεις: νέο φεγγάρι, πρώτο τέταρτο, πανσέληνος και τρίτο τέταρτο.
- σχήμα λόγουλογοτεχνικό σχήμα κατά το οποίο η πλοκή ξεκινάει και τελειώνει με το ίδιο γεγονός Βικιλεξικό
- προχωράτε γενναίες πολεμίστριες, του έθνους μάνες προχωράτε
Ετυμολογία
κύκλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κύκλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κύκλος | κύκλοι |
| Γενική | κύκλου | κύκλων |
| Αιτιατική | κύκλο | κύκλους |
| Κλητική | κύκλε | κύκλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →