ανακύπτω
•
- παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι, προκύπτω (ξαφνικά) Βικιλεξικό
- συνέρχομαι, αναλαμβάνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακύπτω < αρχαία ελληνική ἀνακύπτω < ἀνά + κύπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακύπτω | ανακύπτεις | ανακύπτει | ανακύπτουμε | ανακύπτετε | ανακύπτουν / ανακύπτουνε |
| Παρατατικός | ανέκυπτα | ανέκυπτες | ανέκυπτε | ανακύπταμε | ανακύπτατε | ανέκυπταν / ανακύπταν / ανακύπτανε |
| Αόριστος | ανέκυψα | ανέκυψες | ανέκυψε | ανακύψαμε | ανακύψατε | ανέκυψαν / ανακύψαν / ανακύψανε |
| Μέλλοντας | θα ανακύπτω / θα ανακύψω | θα ανακύπτεις / θα ανακύψεις | θα ανακύπτει / θα ανακύψει | θα ανακύπτουμε / θα ανακύψουμε | θα ανακύπτετε / θα ανακύψετε | θα ανακύπτουν / θα ανακύπτουνε / θα ανακύψουν / θα ανακύψουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακύψει | έχεις ανακύψει | έχει ανακύψει | έχουμε ανακύψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακύψει | είχες ανακύψει | είχε ανακύψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακύψει / να ανακύπτω / να ανακύψω | να έχεις ανακύψει / να ανακύπτεις / να ανακύψεις | να έχει ανακύψει / να ανακύπτει / να ανακύψει | να έχουμε ανακύψει / να ανακύπτουμε / να ανακύψουμε | να ανακύπτετε / να ανακύψετε | να ανακύπτουν / να ανακύπτουνε / να ανακύψουν / να ανακύψουνε |
| Προστακτική | — | ανάκυπτε / ανάκυψε | — | — | ανακύπτετε / ανακύψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →