Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακύπτω

ρήμα
•
  1. παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι, προκύπτω (ξαφνικά) Βικιλεξικό
  2. συνέρχομαι, αναλαμβάνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακύπτω < αρχαία ελληνική ἀνακύπτω < ἀνά + κύπτω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανακύπτωανακύπτειςανακύπτειανακύπτουμεανακύπτετεανακύπτουν / ανακύπτουνε
Παρατατικόςανέκυπταανέκυπτεςανέκυπτεανακύπταμεανακύπτατεανέκυπταν / ανακύπταν / ανακύπτανε
Αόριστοςανέκυψαανέκυψεςανέκυψεανακύψαμεανακύψατεανέκυψαν / ανακύψαν / ανακύψανε
Μέλλονταςθα ανακύπτω / θα ανακύψωθα ανακύπτεις / θα ανακύψειςθα ανακύπτει / θα ανακύψειθα ανακύπτουμε / θα ανακύψουμεθα ανακύπτετε / θα ανακύψετεθα ανακύπτουν / θα ανακύπτουνε / θα ανακύψουν / θα ανακύψουνε
Παρακείμενοςέχω ανακύψειέχεις ανακύψειέχει ανακύψειέχουμε ανακύψει——
Υπερσυντέλικοςείχα ανακύψειείχες ανακύψειείχε ανακύψει———
Υποτακτικήνα έχω ανακύψει / να ανακύπτω / να ανακύψωνα έχεις ανακύψει / να ανακύπτεις / να ανακύψειςνα έχει ανακύψει / να ανακύπτει / να ανακύψεινα έχουμε ανακύψει / να ανακύπτουμε / να ανακύψουμενα ανακύπτετε / να ανακύψετενα ανακύπτουν / να ανακύπτουνε / να ανακύψουν / να ανακύψουνε
Προστακτική—ανάκυπτε / ανάκυψε——ανακύπτετε / ανακύψτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →