Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλογιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο επαγγελματίας που ασχολείται με τον αναλογισμό, δηλαδή την εκτίμηση της επικινδυνότητας που παρουσιάζει η ασφάλιση κάποιου και τον υπολογισμό των ασφαλίστρων που απαιτείται να καταβληθούν Βικιλεξικό
    • Στη δημιουργία Μητρώου Αναλογιστών προχωρά η Διεύθυνση Πιστωτικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του υπουργείου Οικονομικών και στο πλαίσιο αυτό καλεί τους αναλογιστές να προσκομίσουν να προσκομίσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά μέχρι τις 5 Ιουλίου ώστε να ενταχθούν στο εν λόγω Μητρώο. (*)

Ετυμολογία

αναλογιστής < αναλογισμός + -ιστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναλογιστήςαναλογιστές
Γενικήαναλογιστήαναλογιστών
Αιτιατικήαναλογιστήαναλογιστές
Κλητικήαναλογιστήαναλογιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →