λόγος
•
- η ικανότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί με τη γλώσσα και η ίδια η γλώσσα ως οργανωμένο σύστημα σημείων Βικιλεξικό
- το χάρισμα του λόγου, γραπτός λόγος
- αυτό που λέγεται, τα λόγια, η κουβέντα, η λεκτική μετάδοση (της) πληροφορίας και κάποιες φορές και το νόημά της/η σημασία της Βικιλεξικό
- πικρό λόγο δεν άκουσα από τα χείλη της
- η δημόσια ομιλία Βικιλεξικό
- η υπόσχεση Βικιλεξικό
- ο λόγος μου είναι συμβόλαιο
- η απολογία ή ο απολογισμός που δίνει κάποιος για τις ενέργειές του Βικιλεξικό
- θα δώσεις λόγο για τις πράξεις του
- η λογική ικανότητα του ανθρώπου Βικιλεξικό
- ο ορθός λόγος
- η αιτία Βικιλεξικό
- είχε τους λόγους του για να το κάνει αυτό
- αριθμητικήη σχέση δύο μεγεθών εκφρασμένη σε κλάσμα, η αναλογία Βικιλεξικό
- ο λόγος των δύο πλευρών ενός τριγώνου
- χριστιανική θεολογίαο Χριστός Βικιλεξικό
- χριστιανική θεολογίαο Λόγος του Θεού, η διδασκαλία του θεού Βικιλεξικό
- β' πληθυντικός σε ουδέτερο γένος: Τα λόγια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λόγος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λόγος < πρωτοελληνική *lógos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leǵ- (συλλέγω, συγκεντρώνω)
Άλλοι τύποι
λόγελόγιαλόγολόγοιλόγουλόγουςλόγων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →