Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλογιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικονομίαπου έχει σχέση με τον αναλογιστή ή τον αναλογισμό, αναφέρεται σ’ αυτά ή γίνεται με αναλογισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναλογιστικός < αρχαία ελληνική ἀναλογιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλογιστικόςαναλογιστικήαναλογιστικό
Γενικήαναλογιστικούαναλογιστικήςαναλογιστικού
Αιτιατικήαναλογιστικόαναλογιστικήαναλογιστικό
Κλητικήαναλογιστικέαναλογιστικήαναλογιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλογιστικοίαναλογιστικέςαναλογιστικά
Γενικήαναλογιστικώναναλογιστικώναναλογιστικών
Αιτιατικήαναλογιστικούςαναλογιστικέςαναλογιστικά
Κλητικήαναλογιστικοίαναλογιστικέςαναλογιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →