Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλυτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λυμένος (π.χ. τα μαλλιά) Βικιλεξικό
  2. χαλαρός Βικιλεξικό
  3. λιωμένος Βικιλεξικό
  4. νερουλός, αραιός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναλυτός < αναλύω + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλυτόςαναλυτήαναλυτό
Γενικήαναλυτούαναλυτήςαναλυτού
Αιτιατικήαναλυτόαναλυτήαναλυτό
Κλητικήαναλυτέαναλυτήαναλυτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλυτοίαναλυτέςαναλυτά
Γενικήαναλυτώναναλυτώναναλυτών
Αιτιατικήαναλυτούςαναλυτέςαναλυτά
Κλητικήαναλυτοίαναλυτέςαναλυτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →