Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλύω

ρήμα
•
  1. κάνω ανάλυση, λύνω κάτι στα μέρη που το αποτελούν, διαχωρίζω τα συστατικά του Βικιλεξικό
    • Πήρα νερό από την πηγή του χωριού και το έστειλα να το αναλύσουν στο Γενικό Χημείο του Κράτους
    • Άμα βάλεις ένα πρίσμα θα δεις πώς αναλύει το φως στα χρώματα της ίριδας
    • Ο ψυχίατρος με βοηθάει να αναλύσω το κεντρικό μου πρόβλημα στα επί μέρους
  2. εξετάζω κάτι λεπτομερώς, για να εμβαθύνω αλλά και γενικά για να το κατανοήσω Βικιλεξικό
    • Οι ειδικοί πρέπει να αναλύουν τα ζητήματα για να τα καταλαβαίνει ο πολίτης και όχι για να τον μπερδεύουν
  3. γραμματικήτεχνολογώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναλύω < αρχαία ελληνική ἀναλύω

Άλλοι τύποι

ανάλυαανάλυσαανέλυαανέλυσααναλυμένοςαναλύθηκααναλύομαιαναλύσω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →