αναλύω
•
- κάνω ανάλυση, λύνω κάτι στα μέρη που το αποτελούν, διαχωρίζω τα συστατικά του Βικιλεξικό
- Πήρα νερό από την πηγή του χωριού και το έστειλα να το αναλύσουν στο Γενικό Χημείο του Κράτους
- Άμα βάλεις ένα πρίσμα θα δεις πώς αναλύει το φως στα χρώματα της ίριδας
- Ο ψυχίατρος με βοηθάει να αναλύσω το κεντρικό μου πρόβλημα στα επί μέρους
- εξετάζω κάτι λεπτομερώς, για να εμβαθύνω αλλά και γενικά για να το κατανοήσω Βικιλεξικό
- Οι ειδικοί πρέπει να αναλύουν τα ζητήματα για να τα καταλαβαίνει ο πολίτης και όχι για να τον μπερδεύουν
- γραμματικήτεχνολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναλύω < αρχαία ελληνική ἀναλύω
Άλλοι τύποι
ανάλυαανάλυσαανέλυαανέλυσααναλυμένοςαναλύθηκααναλύομαιαναλύσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →