Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλφαβητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αναλφαβητισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναλφαβητικός < αναλφάβητος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλφαβητικόςαναλφαβητικήαναλφαβητικό
Γενικήαναλφαβητικούαναλφαβητικήςαναλφαβητικού
Αιτιατικήαναλφαβητικόαναλφαβητικήαναλφαβητικό
Κλητικήαναλφαβητικέαναλφαβητικήαναλφαβητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλφαβητικοίαναλφαβητικέςαναλφαβητικά
Γενικήαναλφαβητικώναναλφαβητικώναναλφαβητικών
Αιτιατικήαναλφαβητικούςαναλφαβητικέςαναλφαβητικά
Κλητικήαναλφαβητικοίαναλφαβητικέςαναλφαβητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →