άλφα
•
- το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου (α, κεφαλαίο: Α) Βικιλεξικό
- αστρονομίατο πιο φωτεινό αστέρι ενός αστερισμού Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αρχή μιας πράξης, η έναρξη Βικιλεξικό
- χωρίς σαφή προσδιορισμόκάποιος, ο τάδε, ο δείνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άλφα < αρχαία ελληνική ἄλφα < φοινικική 𐤀𐤋𐤐 (a-l-p) (=χιλιάδα) < 𐤀 (ʾaleph) < πρωτοσιναϊτικό ιερογλυφικό F1 (αρχαία αιγυπτιακά)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →