Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλωθείς

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που ξοδεύτηκε, αναλώθηκε, δαπανήθηκε, που έγινε πλήρης χρήση του Βικιλεξικό
    • οι αναλωθείσες ποσότητες καυσίμων, κιλοβατώρες, πρώτες ύλες
    • τα αναλωθέντα φυσίγγια, υλικά κ.λπ.
  2. ναβ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι Βικιλεξικό
  3. θα αναλωθείς: β΄ ενικό μέλλοντα του ρήματος αναλώνομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναλωθείς < ἀναλωθείς < μετοχή παθητικού αορίστου των ἀναλόω και ἀναλίσκω

Άλλοι τύποι

αναλωθέναναλωθέντααναλωθένταςαναλωθέντεςαναλωθέντοςαναλωθέντωναναλωθείςαναλωθείσααναλωθείσαςαναλωθείσεςαναλωθείσηςαναλωθεισών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →