αναλωθείς
•
- που ξοδεύτηκε, αναλώθηκε, δαπανήθηκε, που έγινε πλήρης χρήση του Βικιλεξικό
- οι αναλωθείσες ποσότητες καυσίμων, κιλοβατώρες, πρώτες ύλες
- τα αναλωθέντα φυσίγγια, υλικά κ.λπ.
- ναβ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι Βικιλεξικό
- θα αναλωθείς: β΄ ενικό μέλλοντα του ρήματος αναλώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναλωθείς < ἀναλωθείς < μετοχή παθητικού αορίστου των ἀναλόω και ἀναλίσκω
Άλλοι τύποι
αναλωθέναναλωθέντααναλωθένταςαναλωθέντεςαναλωθέντοςαναλωθέντωναναλωθείςαναλωθείσααναλωθείσαςαναλωθείσεςαναλωθείσηςαναλωθεισών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →