αναλώνομαι
•
- μεταφορικάξοδεύομαι χωρίς λόγο, σπαταλώ τις δυνάμεις μου σε κάτι που δεν αξίζει Βικιλεξικό
- Μην αναλώνεσαι σε ανούσιους διαξιφισμούς, κοίτα την ουσία.
- τριτοπρόσωπαδαπανάται, ξοδεύεται Βικιλεξικό
- Ολη η περιουσία του αναλώθηκε από ανήψια και μακροσυγγενείς.
- τριτοπρόσωπακαταναλώνεται Βικιλεξικό
- Τα αβγά πρέπει να αναλώνονται μέχρι την ημερομηνία λήξης τους.
Ετυμολογία
αναλώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναλώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναλώνομαι | αναλώνεσαι | αναλώνεται | αναλωνόμαστε | αναλώνεστε | αναλώνονται |
| Παρατατικός | αναλωνόμουν / αναλωνόμουνα | αναλωνόσουν / αναλωνόσουνα | αναλωνόταν / αναλωνότανε | αναλωνόμασταν / αναλωνόμαστε | αναλωνόσασταν / αναλωνόσαστε | αναλωνόντουσαν / αναλώνονταν |
| Αόριστος | αναλώθηκα | αναλώθηκες | αναλώθηκε | αναλωθήκαμε | αναλωθήκατε | αναλωθήκαν / αναλωθήκανε / αναλώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αναλωθώ / θα αναλώνομαι | θα αναλωθείς / θα αναλώνεσαι | θα αναλωθεί / θα αναλώνεται | θα αναλωθούμε / θα αναλωνόμαστε | θα αναλωθείτε / θα αναλώνεστε | θα αναλωθούν / θα αναλωθούνε / θα αναλώνονται |
| Παρακείμενος | έχω αναλωθεί | έχεις αναλωθεί | έχει αναλωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναλωθεί | είχες αναλωθεί | είχε αναλωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναλωθεί / να αναλωθώ / να αναλώνομαι | να έχεις αναλωθεί / να αναλωθείς / να αναλώνεσαι | να έχει αναλωθεί / να αναλωθεί / να αναλώνεται | να αναλωθούμε / να αναλωνόμαστε | να αναλωθείτε / να αναλώνεστε | να αναλωθούν / να αναλωθούνε / να αναλώνονται |
| Προστακτική | — | αναλώνου / αναλώσου | — | — | αναλωθείτε / αναλώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →