Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλώνομαι

/a.naˈlo.no.me/ρήμα
•
  1. μεταφορικάξοδεύομαι χωρίς λόγο, σπαταλώ τις δυνάμεις μου σε κάτι που δεν αξίζει Βικιλεξικό
    • Μην αναλώνεσαι σε ανούσιους διαξιφισμούς, κοίτα την ουσία.
  2. τριτοπρόσωπαδαπανάται, ξοδεύεται Βικιλεξικό
    • Ολη η περιουσία του αναλώθηκε από ανήψια και μακροσυγγενείς.
  3. τριτοπρόσωπακαταναλώνεται Βικιλεξικό
    • Τα αβγά πρέπει να αναλώνονται μέχρι την ημερομηνία λήξης τους.

Ετυμολογία

αναλώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναλώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναλώνομαιαναλώνεσαιαναλώνεταιαναλωνόμαστεαναλώνεστεαναλώνονται
Παρατατικόςαναλωνόμουν / αναλωνόμουνααναλωνόσουν / αναλωνόσουνααναλωνόταν / αναλωνότανεαναλωνόμασταν / αναλωνόμαστεαναλωνόσασταν / αναλωνόσαστεαναλωνόντουσαν / αναλώνονταν
Αόριστοςαναλώθηκααναλώθηκεςαναλώθηκεαναλωθήκαμεαναλωθήκατεαναλωθήκαν / αναλωθήκανε / αναλώθηκαν
Μέλλονταςθα αναλωθώ / θα αναλώνομαιθα αναλωθείς / θα αναλώνεσαιθα αναλωθεί / θα αναλώνεταιθα αναλωθούμε / θα αναλωνόμαστεθα αναλωθείτε / θα αναλώνεστεθα αναλωθούν / θα αναλωθούνε / θα αναλώνονται
Παρακείμενοςέχω αναλωθείέχεις αναλωθείέχει αναλωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αναλωθείείχες αναλωθείείχε αναλωθεί———
Υποτακτικήνα έχω αναλωθεί / να αναλωθώ / να αναλώνομαινα έχεις αναλωθεί / να αναλωθείς / να αναλώνεσαινα έχει αναλωθεί / να αναλωθεί / να αναλώνεταινα αναλωθούμε / να αναλωνόμαστενα αναλωθείτε / να αναλώνεστενα αναλωθούν / να αναλωθούνε / να αναλώνονται
Προστακτική—αναλώνου / αναλώσου——αναλωθείτε / αναλώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →