αναμένω
•
- περιμένω κάποιον ή κάτι, περιμένω ότι θα συμβεί κάτι Βικιλεξικό
- Αναμένουμε σπουδείες εξελίξεις.
- Οι Ιουδαίοι ανέμεναν τον ερχομό του Μεσσία
Ετυμολογία
αναμένω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναμένω < ἀνά (ανα-) + μένω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναμένω | αναμένεις | αναμένει | αναμένουμε | αναμένετε | αναμένουν / αναμένουνε |
| Παρατατικός | ανέμενα | ανέμενες | ανέμενε | αναμέναμε | αναμένατε | ανέμεναν / αναμέναν / αναμένανε |
| Αόριστος | ανέμεινα | ανέμεινες | ανέμεινε | αναμείναμε | αναμείνατε | ανέμειναν / αναμείναν / αναμείνανε |
| Μέλλοντας | θα αναμένω / θα αναμείνω | θα αναμένεις / θα αναμείνεις | θα αναμένει / θα αναμείνει | θα αναμένουμε / θα αναμείνουμε | θα αναμένετε / θα αναμείνετε | θα αναμένουν / θα αναμένουνε / θα αναμείνουν / θα αναμείνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναμείνει | έχεις αναμείνει | έχει αναμείνει | έχουμε αναμείνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναμείνει | είχες αναμείνει | είχε αναμείνει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναμείνει / να αναμένω / να αναμείνω | να έχεις αναμείνει / να αναμένεις / να αναμείνεις | να έχει αναμείνει / να αναμένει / να αναμείνει | να έχουμε αναμείνει / να αναμένουμε / να αναμείνουμε | να αναμένετε / να αναμείνετε | να αναμένουν / να αναμένουνε / να αναμείνουν / να αναμείνουνε |
| Προστακτική | — | ανάμεινε / ανάμενε | — | — | αναμένετε / αναμείνατε / αναμείνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναμένομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →