μένω
•
- κατοικώ Βικιλεξικό
- Τα τελευταία χρόνια μένω στην Αθήνα.
- εξακολουθώ να βρίσκομαι στην ίδια θέση, δε μετακινούμαι, παραμένω Βικιλεξικό
- Πες του να μείνει εκεί που βρίσκεται και να μας περιμένει.
- βρίσκομαι σε μία κατάσταση χωρίς αλλαγή επί ένα χρονικό διάστημα, παραμένω Βικιλεξικό
- Μετά το διαζύγιό του έμεινε χωρίς σχέση για αρκετά χρόνια.
- βρίσκομαι ξαφνικά σε μία κατάσταση διαφορετική από πριν Βικιλεξικό
- έχω μείνει άναυδος
- απομένω Βικιλεξικό
- μετά τη μάχη ήταν ο μόνος που έμεινε ζωντανός
- στο σχολείοαποτυγχάνω σε ένα μάθημα ή δεν προάγομαι συνολικά Βικιλεξικό
- Είπε ότι έμεινε στα μαθηματικά, αλλά είχε μείνει στην ίδια τάξη.
- έμεινε ανεξεταστέος σε τρία μαθήματα
- για όχημα ή τον οδηγό τουπαθαίνω βλάβη που με ακινητοποιεί Βικιλεξικό
- έμεινα από μπαταρία
Ετυμολογία
μένω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μένω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μένω | μένεις | μένει | μένουμε | μένετε | μένουν / μένουνε |
| Παρατατικός | έμενα | έμενες | έμενε | μέναμε | μένατε | έμεναν / μέναν / μένανε |
| Αόριστος | έμεινα | έμεινες | έμεινε | μείναμε | μείνατε | έμειναν / μείναν / μείνανε |
| Μέλλοντας | θα μένω / θα μείνω | θα μένεις / θα μείνεις | θα μένει / θα μείνει | θα μένουμε / θα μείνουμε | θα μένετε / θα μείνετε | θα μένουν / θα μένουνε / θα μείνουν / θα μείνουνε |
| Παρακείμενος | έχω μείνει | έχεις μείνει | έχει μείνει | έχουμε μείνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μείνει | είχες μείνει | είχε μείνει | είχαμε μείνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μείνει / να μένω / να μείνω | να έχεις μείνει / να μένεις / να μείνεις | να έχει μείνει / να μένει / να μείνει | να έχουμε μείνει / να μένουμε / να μείνουμε | να μένετε / να μείνετε | να μένουν / να μένουνε / να μείνουν / να μείνουνε |
| Προστακτική | — | μένε / μείνε | — | — | μένετε / μείνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →