αναμεταδίδω
•
- μεταδίδω ξανά ένα τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό σήμα που εκπέμπεται από άλλο σταθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναμεταδίδω < ανα- + μεταδίδω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική retransmettre)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναμεταδίδω | αναμεταδίδεις | αναμεταδίδει | αναμεταδίδουμε | αναμεταδίδετε | αναμεταδίδουν / αναμεταδίδουνε |
| Παρατατικός | αναμετέδιδα | αναμετέδιδες | αναμετέδιδε | αναμεταδίδαμε | αναμεταδίδατε | αναμετέδιδαν / αναμεταδίδαν / αναμεταδίδανε |
| Αόριστος | αναμετέδωσα | αναμετέδωσες | αναμετέδωσε | αναμεταδώσαμε | αναμεταδώσατε | αναμετέδωσαν / αναμεταδώσαν / αναμεταδώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναμεταδίδω / θα αναμεταδώσω | θα αναμεταδίδεις / θα αναμεταδώσεις | θα αναμεταδίδει / θα αναμεταδώσει | θα αναμεταδίδουμε / θα αναμεταδώσουμε | θα αναμεταδίδετε / θα αναμεταδώσετε | θα αναμεταδίδουν / θα αναμεταδίδουνε / θα αναμεταδώσουν / θα αναμεταδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναμεταδώσει | έχεις αναμεταδώσει | έχει αναμεταδώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναμεταδώσει | είχες αναμεταδώσει | είχε αναμεταδώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναμεταδώσει / να αναμεταδίδω / να αναμεταδώσω | να έχεις αναμεταδώσει / να αναμεταδίδεις / να αναμεταδώσεις | να έχει αναμεταδώσει / να αναμεταδίδει / να αναμεταδώσει | να αναμεταδίδουμε / να αναμεταδώσουμε | να αναμεταδίδετε / να αναμεταδώσετε | να αναμεταδίδουν / να αναμεταδίδουνε / να αναμεταδώσουν / να αναμεταδώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αναμεταδομένο / αναμετάδιδε / αναμετάδωσε | — | — | αναμεταδίδετε / αναμεταδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →