μεταδίδω
•
- μεταφέρω κάτι σε κάποιον Βικιλεξικό
- ο ήχος δε μεταδίδεται στο κενό
- διαδίδω Βικιλεξικό
- το νέο μεταδόθηκε απ' άκρη σ' άκρη της πόλης
- παρέχω Βικιλεξικό
- πληροφορώ, γνωστοποιώ Βικιλεξικό
- εκπέμπω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταδίδω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μεταδίδω < αρχαία ελληνική μεταδίδωμι < μετά + δίδωμι. Συγχρονικά αναλύεται σε μετα- + δίδω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταδίδω | μεταδίδεις | μεταδίδει | μεταδίδουμε | μεταδίδετε | μεταδίδουν / μεταδίδουνε |
| Παρατατικός | μετέδιδα | μετέδιδες | μετέδιδε | μεταδίδαμε | μεταδίδατε | μετέδιδαν / μεταδίδαν / μεταδίδανε |
| Αόριστος | μετέδωσα | μετέδωσες | μετέδωσε | μεταδώσαμε | μεταδώσατε | μετέδωσαν / μεταδώσαν / μεταδώσανε |
| Μέλλοντας | θα μεταδίδω / θα μεταδώσω | θα μεταδίδεις / θα μεταδώσεις | θα μεταδίδει / θα μεταδώσει | θα μεταδίδουμε / θα μεταδώσουμε | θα μεταδίδετε / θα μεταδώσετε | θα μεταδίδουν / θα μεταδίδουνε / θα μεταδώσουν / θα μεταδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταδώσει | έχεις μεταδώσει | έχει μεταδώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταδώσει | είχες μεταδώσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταδώσει / να μεταδίδω / να μεταδώσω | να έχεις μεταδώσει / να μεταδίδεις / να μεταδώσεις | να έχει μεταδώσει / να μεταδίδει / να μεταδώσει | να μεταδίδουμε / να μεταδώσουμε | να μεταδίδετε / να μεταδώσετε | να μεταδίδουν / να μεταδίδουνε / να μεταδώσουν / να μεταδώσουνε |
| Προστακτική | — | μετάδιδε / μετάδωσε | — | — | μεταδίδετε / μεταδώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μεταδόθηκαμεταδίδομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →