Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταδίδω

/me.taˈði.ðo/ρήμα
•
  1. μεταφέρω κάτι σε κάποιον Βικιλεξικό
    • ο ήχος δε μεταδίδεται στο κενό
  2. διαδίδω Βικιλεξικό
    • το νέο μεταδόθηκε απ' άκρη σ' άκρη της πόλης
  3. παρέχω Βικιλεξικό
  4. πληροφορώ, γνωστοποιώ Βικιλεξικό
  5. εκπέμπω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταδίδω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μεταδίδω < αρχαία ελληνική μεταδίδωμι < μετά + δίδωμι. Συγχρονικά αναλύεται σε μετα- + δίδω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεταδίδωμεταδίδειςμεταδίδειμεταδίδουμεμεταδίδετεμεταδίδουν / μεταδίδουνε
Παρατατικόςμετέδιδαμετέδιδεςμετέδιδεμεταδίδαμεμεταδίδατεμετέδιδαν / μεταδίδαν / μεταδίδανε
Αόριστοςμετέδωσαμετέδωσεςμετέδωσεμεταδώσαμεμεταδώσατεμετέδωσαν / μεταδώσαν / μεταδώσανε
Μέλλονταςθα μεταδίδω / θα μεταδώσωθα μεταδίδεις / θα μεταδώσειςθα μεταδίδει / θα μεταδώσειθα μεταδίδουμε / θα μεταδώσουμεθα μεταδίδετε / θα μεταδώσετεθα μεταδίδουν / θα μεταδίδουνε / θα μεταδώσουν / θα μεταδώσουνε
Παρακείμενοςέχω μεταδώσειέχεις μεταδώσειέχει μεταδώσει———
Υπερσυντέλικοςείχα μεταδώσειείχες μεταδώσει————
Υποτακτικήνα έχω μεταδώσει / να μεταδίδω / να μεταδώσωνα έχεις μεταδώσει / να μεταδίδεις / να μεταδώσειςνα έχει μεταδώσει / να μεταδίδει / να μεταδώσεινα μεταδίδουμε / να μεταδώσουμενα μεταδίδετε / να μεταδώσετενα μεταδίδουν / να μεταδίδουνε / να μεταδώσουν / να μεταδώσουνε
Προστακτική—μετάδιδε / μετάδωσε——μεταδίδετε / μεταδώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μεταδόθηκαμεταδίδομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →