αναμετριέμαι
•
- συγκρίνομαι, αντιπαραβάλλομαι, μετράω τις δυνάμεις μου ή κάποιες ιδιότητές μου σε σχέση με τις ίδιες ιδιότητες κάποιου άλλου ατόμου Βικιλεξικό
- συγκρούομαι, παίζω ξύλο, διαφωνώ, συμπλέκομαι, έρχομαι στα χέρια Βικιλεξικό
- Τα κόμματα αναμετρήθηκαν σκληρά στις εκλογές.
Ετυμολογία
αναμετριέμαι < παθ. φωνή του αναμετρώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →