αναμέτρηση
•
- η διαδικασία με την οποία κάποιος μετρά τις δυνάμεις του στην πράξη, αντιπαρατάσσοντάς τες στις αντίστοιχες δυνάμεις κάποιου άλλου, με πόλεμο, φραστική διαμάχη, αγώνα ομάδων (π.χ. στο ποδόσφαιρο) ή ατόμων με στόχο μια προσωπική νίκη επί του άλλου Βικιλεξικό
- στρατιωτική αναμέτρηση (πόλεμος)
- πολιτική αναμέτρηση (εκλογές ή δημοσκόπηση ή μάχη εντυπώσεων έναντι άλλου κόμματος ή έναντι ανιπάλου μέσα στο ίδιο το κόμμα)
- κοινωνική αναμέτρηση (απεργίες και διαδηλώσεις έναντι κυβερνητικών μέτρων)
- "Αναμετρήθηκαν για τα μάτια της Ελένης, όμως εκείνη προτίμησε τον Κώστα κι ας ήταν αυτός που κατέληξε στο νοσοκομείο"
- "Η αναμέτρηση στα καλλιστεία ανέδειξε ως Σταρ Ελλάς την Πόπη Ποπηκοπάκου"
- το ξαναμέτρημα, το προσεκτικό στάθμισμα διάφορων παραμέτρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναμέτρηση < αναμετρώ < ανά + μετρέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναμέτρηση | αναμετρήσεις |
| Γενική | αναμέτρησης | αναμετρήσεων |
| Αιτιατική | αναμέτρηση | αναμετρήσεις |
| Κλητική | αναμέτρηση | αναμετρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →