Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναμέτρηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία με την οποία κάποιος μετρά τις δυνάμεις του στην πράξη, αντιπαρατάσσοντάς τες στις αντίστοιχες δυνάμεις κάποιου άλλου, με πόλεμο, φραστική διαμάχη, αγώνα ομάδων (π.χ. στο ποδόσφαιρο) ή ατόμων με στόχο μια προσωπική νίκη επί του άλλου Βικιλεξικό
    • στρατιωτική αναμέτρηση (πόλεμος)
    • πολιτική αναμέτρηση (εκλογές ή δημοσκόπηση ή μάχη εντυπώσεων έναντι άλλου κόμματος ή έναντι ανιπάλου μέσα στο ίδιο το κόμμα)
    • κοινωνική αναμέτρηση (απεργίες και διαδηλώσεις έναντι κυβερνητικών μέτρων)
    • "Αναμετρήθηκαν για τα μάτια της Ελένης, όμως εκείνη προτίμησε τον Κώστα κι ας ήταν αυτός που κατέληξε στο νοσοκομείο"
    • "Η αναμέτρηση στα καλλιστεία ανέδειξε ως Σταρ Ελλάς την Πόπη Ποπηκοπάκου"
  2. το ξαναμέτρημα, το προσεκτικό στάθμισμα διάφορων παραμέτρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναμέτρηση < αναμετρώ < ανά + μετρέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναμέτρησηαναμετρήσεις
Γενικήαναμέτρησηςαναμετρήσεων
Αιτιατικήαναμέτρησηαναμετρήσεις
Κλητικήαναμέτρησηαναμετρήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →