αναπέμπω
•
- εκπέμπω προς τα επάνω Βικιλεξικό
- εκστομίζω Βικιλεξικό
- θρησκείαπροσεύχομαι, δέομαι Βικιλεξικό
- νομικός όροςαρνούμαι να επικυρώσω μια απόφαση, ένα νομοσχέδιο κ.λπ., και το επιστρέφω για αναθεώρηση και βελτίωση Βικιλεξικό
- επιχειρεί η υπόθεση να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο του ΔΕΕ για εκ νέου εκδίκαση
Ετυμολογία
αναπέμπω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναπέμπω < αρχαία ελληνική ἀνά (ανα-) + πέμπω, και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική renvoyer
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναπέμπω | αναπέμπεις | αναπέμπει | αναπέμπουμε | αναπέμπετε | αναπέμπουν / αναπέμπουνε |
| Παρατατικός | ανέπεμπα | ανέπεμπες | ανέπεμπε | αναπέμπαμε | αναπέμπατε | ανέπεμπαν / αναπέμπαν / αναπέμπανε |
| Αόριστος | ανέπεμψα | ανέπεμψες | ανέπεμψε | αναπέμψαμε | αναπέμψατε | ανέπεμψαν / αναπέμψαν / αναπέμψανε |
| Μέλλοντας | θα αναπέμπω / θα αναπέμψω | θα αναπέμπεις / θα αναπέμψεις | θα αναπέμπει / θα αναπέμψει | θα αναπέμπουμε / θα αναπέμψουμε | θα αναπέμπετε / θα αναπέμψετε | θα αναπέμπουν / θα αναπέμπουνε / θα αναπέμψουν / θα αναπέμψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναπέμψει | έχεις αναπέμψει | έχει αναπέμψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναπέμψει | είχες αναπέμψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναπέμψει / να αναπέμπω / να αναπέμψω | να έχεις αναπέμψει / να αναπέμπεις / να αναπέμψεις | να έχει αναπέμψει / να αναπέμπει / να αναπέμψει | να αναπέμπουμε / να αναπέμψουμε | να αναπέμπετε / να αναπέμψετε | να αναπέμπουν / να αναπέμπουνε / να αναπέμψουν / να αναπέμψουνε |
| Προστακτική | — | ανάπεμπε / ανάπεμψε | — | — | αναπέμπετε / αναπέμψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναπέμφθηκααναπέμπομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →