πέμπω
•
- αρχαιοπρεπέςστέλνω κάποιον ή κάτι σε ένα συγκεκριμένο τόπο για ένα συγκεκριμένο σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πέμπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέμπω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πέμπω | πέμπεις | πέμπει | πέμπουμε | πέμπετε | πέμπουν / πέμπουνε |
| Παρατατικός | έπεμπα | έπεμπες | έπεμπε | πέμπαμε | πέμπατε | έπεμπαν / πέμπαν / πέμπανε |
| Αόριστος | έπεμψα | έπεμψες | έπεμψε | πέμψαμε | πέμψατε | έπεμψαν / πέμψαν / πέμψανε |
| Μέλλοντας | θα πέμπω / θα πέμψω | θα πέμπεις / θα πέμψεις | θα πέμπει / θα πέμψει | θα πέμπουμε / θα πέμψουμε | θα πέμπετε / θα πέμψετε | θα πέμπουν / θα πέμπουνε / θα πέμψουν / θα πέμψουνε |
| Παρακείμενος | έχω πέμψει | έχεις πέμψει | έχει πέμψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πέμψει | είχες πέμψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πέμψει / να πέμπω / να πέμψω | να έχεις πέμψει / να πέμπεις / να πέμψεις | να έχει πέμψει / να πέμπει / να πέμψει | να πέμπουμε / να πέμψουμε | να πέμπετε / να πέμψετε | να πέμπουν / να πέμπουνε / να πέμψουν / να πέμψουνε |
| Προστακτική | — | πέμπε / πέμψε | — | — | πέμπετε / πέμψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πέμφθηκαπέμπομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →