Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπήνιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία του ξετυλίγματος του νήματος που ύφανε ο μεταξοσκώληκας Βικιλεξικό
    • Για να γίνει το κουκούλι ύφασμα, απαιτούνται δύο διαδικασίες: η νηματοποίηση και η ύφανση. Κατά την πρώτη, τη νηματοποίηση, γίνεται η αναπήνιση των καλών κουκουλιών (*)

Ετυμολογία

αναπήνιση < αρχαία ελληνική ἀναπηνίζομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναπήνισηαναπηνίσεις
Γενικήαναπήνισηςαναπηνίσεων
Αιτιατικήαναπήνισηαναπηνίσεις
Κλητικήαναπήνισηαναπηνίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →