νηματοποίηση
•
- ύφασμαη μετατροπή του μαλλιού, του βαμβακιού ή άλλου υλικού σε νήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νηματοποίηση < νήμα + -ο- + -ποίηση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική spinning)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νηματοποίηση | νηματοποιήσεις |
| Γενική | νηματοποίησης | νηματοποιήσεων |
| Αιτιατική | νηματοποίηση | νηματοποιήσεις |
| Κλητική | νηματοποίηση | νηματοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →