αναπαριστώ
•
- αναπαράγω, απεικονίζω πιστά κάτι Βικιλεξικό
- Δεν αναπαριστά σωστά τα χαρακτηριστικά του προσώπου
- Τα χαρακτηριστικά δεν αναπαριστώνται πιστά
- Αναπαριστά σε μακέτα την πλατεία Συντάγματος όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα
- Η πλατεία αναπαρίσταται θαυμάσια στη μακέτα
- Αναπαρέστησαν τη σκηνή του εγκλήματος και διαπίστωσαν ότι ο φερόμενος ως αυτόπτης μάρτυρας δεν μπορούσε να έχει οπτική επαφή με το σημείο
Ετυμολογία
αναπαριστώ < ἀναπαριστῶ και ἀναπαριστάνω, η πρώτη λόγια λέξη της καθαρεύουσας από την ἀνά και το παρίστημι για να αποδώσει το γαλλικό représenter, η δεύτερη πάλι λόγια λέξη από το ἀνά και τη μεσαιωνική ελληνική παριστάνω και παρασταίνω ( < παρίστημι)
Άλλοι τύποι
αναπαρέστησααναπαραστήσωαναπαριστούσααναπαριστώμαιαναπαριστώντας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →