Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπασχόλητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει απασχόληση, ο άνεργος Βικιλεξικό
    • ο αναπασχόλητος πληθυσμός της χώρας
  2. που δεν έχει κάτι με το οποίο να ασχοληθεί, χωρίς αντικείμενο απασχόλησης Βικιλεξικό
    • Μην αφήνεις αναπασχόλητο το παιδί γιατί όταν βαριέται όλο και καμιά ζημια θα σκαρφιστεί

Ετυμολογία

αναπασχόλητος < ἀναπασχόλητος στην καθαρεύουσα (όπου δεν είχε ουδέτερο γιατί αφορούσε μόνον στην εργασία) < α στερητικό και απασχολούμαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπασχόλητοςαναπασχόλητηαναπασχόλητο
Γενικήαναπασχόλητουαναπασχόλητηςαναπασχόλητου
Αιτιατικήαναπασχόλητοαναπασχόλητηαναπασχόλητο
Κλητικήαναπασχόλητεαναπασχόλητηαναπασχόλητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπασχόλητοιαναπασχόλητεςαναπασχόλητα
Γενικήαναπασχόλητωναναπασχόλητωναναπασχόλητων
Αιτιατικήαναπασχόλητουςαναπασχόλητεςαναπασχόλητα
Κλητικήαναπασχόλητοιαναπασχόλητεςαναπασχόλητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →