αναπλειστηριάζω
•
- πλειστηριάζω εκ νέου, επαναλαμβάνω τον πλειστηριασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπλειστηριάζω < ανα- + πλειστηριάζω < αρχαία ελληνική πλειστηριάζω < πλεῖστος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναπλειστηριάζω | αναπλειστηριάζεις | αναπλειστηριάζει | αναπλειστηριάζουμε | αναπλειστηριάζετε | αναπλειστηριάζουν / αναπλειστηριάζουνε |
| Παρατατικός | αναπλειστηρίαζα | αναπλειστηρίαζες | αναπλειστηρίαζε | αναπλειστηριάζαμε | αναπλειστηριάζατε | αναπλειστηρίαζαν / αναπλειστηριάζαν / αναπλειστηριάζανε |
| Αόριστος | αναπλειστηρίασα | αναπλειστηρίασες | αναπλειστηρίασε | αναπλειστηριάσαμε | αναπλειστηριάσατε | αναπλειστηρίασαν / αναπλειστηριάσαν / αναπλειστηριάσανε |
| Μέλλοντας | θα αναπλειστηριάζω / θα αναπλειστηριάσω | θα αναπλειστηριάζεις / θα αναπλειστηριάσεις | θα αναπλειστηριάζει / θα αναπλειστηριάσει | θα αναπλειστηριάζουμε / θα αναπλειστηριάσουμε | θα αναπλειστηριάζετε / θα αναπλειστηριάσετε | θα αναπλειστηριάζουν / θα αναπλειστηριάζουνε / θα αναπλειστηριάσουν / θα αναπλειστηριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναπλειστηριάσει | έχεις αναπλειστηριάσει | έχει αναπλειστηριάσει | έχουμε αναπλειστηριάσει | έχετε αναπλειστηριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναπλειστηριάσει | είχες αναπλειστηριάσει | είχε αναπλειστηριάσει | είχαμε αναπλειστηριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναπλειστηριάσει / να αναπλειστηριάζω / να αναπλειστηριάσω | να έχεις αναπλειστηριάσει / να αναπλειστηριάζεις / να αναπλειστηριάσεις | να έχει αναπλειστηριάσει / να αναπλειστηριάζει / να αναπλειστηριάσει | να έχουμε αναπλειστηριάσει / να αναπλειστηριάζουμε / να αναπλειστηριάσουμε | να έχετε αναπλειστηριάσει / να αναπλειστηριάζετε / να αναπλειστηριάσετε | να αναπλειστηριάζουν / να αναπλειστηριάζουνε / να αναπλειστηριάσουν / να αναπλειστηριάσουνε |
| Προστακτική | — | αναπλειστηρίαζε / αναπλειστηρίασε | — | — | αναπλειστηριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναπλειστηριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →