Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπλειστηριάζω

ρήμα
•
  1. πλειστηριάζω εκ νέου, επαναλαμβάνω τον πλειστηριασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπλειστηριάζω < ανα- + πλειστηριάζω < αρχαία ελληνική πλειστηριάζω < πλεῖστος

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναπλειστηριάζωαναπλειστηριάζειςαναπλειστηριάζειαναπλειστηριάζουμεαναπλειστηριάζετεαναπλειστηριάζουν / αναπλειστηριάζουνε
Παρατατικόςαναπλειστηρίαζααναπλειστηρίαζεςαναπλειστηρίαζεαναπλειστηριάζαμεαναπλειστηριάζατεαναπλειστηρίαζαν / αναπλειστηριάζαν / αναπλειστηριάζανε
Αόριστοςαναπλειστηρίασααναπλειστηρίασεςαναπλειστηρίασεαναπλειστηριάσαμεαναπλειστηριάσατεαναπλειστηρίασαν / αναπλειστηριάσαν / αναπλειστηριάσανε
Μέλλονταςθα αναπλειστηριάζω / θα αναπλειστηριάσωθα αναπλειστηριάζεις / θα αναπλειστηριάσειςθα αναπλειστηριάζει / θα αναπλειστηριάσειθα αναπλειστηριάζουμε / θα αναπλειστηριάσουμεθα αναπλειστηριάζετε / θα αναπλειστηριάσετεθα αναπλειστηριάζουν / θα αναπλειστηριάζουνε / θα αναπλειστηριάσουν / θα αναπλειστηριάσουνε
Παρακείμενοςέχω αναπλειστηριάσειέχεις αναπλειστηριάσειέχει αναπλειστηριάσειέχουμε αναπλειστηριάσειέχετε αναπλειστηριάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναπλειστηριάσειείχες αναπλειστηριάσειείχε αναπλειστηριάσειείχαμε αναπλειστηριάσει——
Υποτακτικήνα έχω αναπλειστηριάσει / να αναπλειστηριάζω / να αναπλειστηριάσωνα έχεις αναπλειστηριάσει / να αναπλειστηριάζεις / να αναπλειστηριάσειςνα έχει αναπλειστηριάσει / να αναπλειστηριάζει / να αναπλειστηριάσεινα έχουμε αναπλειστηριάσει / να αναπλειστηριάζουμε / να αναπλειστηριάσουμενα έχετε αναπλειστηριάσει / να αναπλειστηριάζετε / να αναπλειστηριάσετενα αναπλειστηριάζουν / να αναπλειστηριάζουνε / να αναπλειστηριάσουν / να αναπλειστηριάσουνε
Προστακτική—αναπλειστηρίαζε / αναπλειστηρίασε——αναπλειστηριάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αναπλειστηριάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →