Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλειστηριασμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικονομίαδιαδικασία εκποίησης κινητής ή ακίνητης περιουσίας σε όποιον προσφέρει την υψηλότερη τιμή Βικιλεξικό
    • Αυτόματα, χωρίς δηλαδή δικαστική απόφαση, θα μειώνεται η τιμή του ακινήτου που βγαίνει σε πλειστηριασμό, εφόσον καταστούν άγονοι οι δύο πρώτοι πλειστηριασμοί. Αυτό προβλέπει ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας που είναι σε δημόσια διαβούλευση και αναμένεται να ισχύσει από τον προσεχή Σεπτέμβριο.

Ετυμολογία

πλειστηριασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλειστηριασμός (ανέβασμα του ύψους της τιμής)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλειστηριασμόςπλειστηριασμοί
Γενικήπλειστηριασμούπλειστηριασμών
Αιτιατικήπλειστηριασμόπλειστηριασμούς
Κλητικήπλειστηριασμέπλειστηριασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →