αναπνοή
•
- η ενέργεια του αναπνέω Βικιλεξικό
- τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
- η εισπνοή αέρα από τη μύτη και το στόμα και η εκπνοή του Βικιλεξικό
- για φυτάη πρόσληψη οξυγόνου και η αποβολή διοξειδίου του άνθρακα Βικιλεξικό
- μεταφορικάμια στιγμιαία ανάπαυλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπνοή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀναπνοή < ἀναπνέω, ἀναπνο- +-ή (όπως και πνέω > πνοή) < ἀνα- + πνέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπνοή | αναπνοές |
| Γενική | αναπνοής | αναπνοών |
| Αιτιατική | αναπνοή | αναπνοές |
| Κλητική | αναπνοή | αναπνοές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →