αναποδιάζω
•
- θυμώνω με κάτι και γίνομαι ανάποδος, παύω να είμαι βολικός και καλός Βικιλεξικό
- ως απρόσωπογια κάτι που ανατρέπεται, δεν βαίνει σύμφωνα με το σχεδιασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναποδιάζω < ανάποδος + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναποδιάζω | αναποδιάζεις | αναποδιάζει | αναποδιάζουμε | αναποδιάζετε | αναποδιάζουν / αναποδιάζουνε |
| Παρατατικός | αναπόδιαζα | αναπόδιαζες | αναπόδιαζε | αναποδιάζαμε | αναποδιάζατε | αναποδιάζαν / αναποδιάζανε / αναπόδιαζαν |
| Αόριστος | αναπόδιασα | αναπόδιασες | αναπόδιασε | αναποδιάσαμε | αναποδιάσατε | αναποδιάσαν / αναποδιάσανε / αναπόδιασαν |
| Μέλλοντας | θα αναποδιάζω / θα αναποδιάσω | θα αναποδιάζεις / θα αναποδιάσεις | θα αναποδιάζει / θα αναποδιάσει | θα αναποδιάζουμε / θα αναποδιάσουμε | θα αναποδιάζετε / θα αναποδιάσετε | θα αναποδιάζουν / θα αναποδιάζουνε / θα αναποδιάσουν / θα αναποδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναποδιάσει | έχεις αναποδιάσει | έχει αναποδιάσει | έχουμε αναποδιάσει | έχετε αναποδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναποδιάσει | είχες αναποδιάσει | είχε αναποδιάσει | είχαμε αναποδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναποδιάσει / να αναποδιάζω / να αναποδιάσω | να έχεις αναποδιάσει / να αναποδιάζεις / να αναποδιάσεις | να έχει αναποδιάσει / να αναποδιάζει / να αναποδιάσει | να έχουμε αναποδιάσει / να αναποδιάζουμε / να αναποδιάσουμε | να έχετε αναποδιάσει / να αναποδιάζετε / να αναποδιάσετε | να αναποδιάζουν / να αναποδιάζουνε / να αναποδιάσουν / να αναποδιάσουνε |
| Προστακτική | — | αναπόδιαζε / αναπόδιασε | — | — | αναποδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναποδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →