Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάποδος

/aˈna.po.ðos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ή κινείται σε αντίθετη φορά ή κατεύθυνση από ό,τι πρέπει ή συνηθίζεται Βικιλεξικό
  2. που εναντιώνεται στις προθέσεις ή στις επιθυμίες κάποιου Βικιλεξικό
  3. για πρόσωπαο στρυφνός, ο δύστροπος Βικιλεξικό
  4. που δεν προσφέρεται για χρήση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάποδος < ανα- + -ποδος (< πόδι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάποδοςανάποδηανάποδο
Γενικήανάποδουανάποδηςανάποδου
Αιτιατικήανάποδοανάποδηανάποδο
Κλητικήανάποδεανάποδηανάποδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάποδοιανάποδεςανάποδα
Γενικήανάποδωνανάποδωνανάποδων
Αιτιατικήανάποδουςανάποδεςανάποδα
Κλητικήανάποδοιανάποδεςανάποδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →