ανάποδος
•
- που είναι ή κινείται σε αντίθετη φορά ή κατεύθυνση από ό,τι πρέπει ή συνηθίζεται Βικιλεξικό
- που εναντιώνεται στις προθέσεις ή στις επιθυμίες κάποιου Βικιλεξικό
- για πρόσωπαο στρυφνός, ο δύστροπος Βικιλεξικό
- που δεν προσφέρεται για χρήση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάποδος < ανα- + -ποδος (< πόδι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάποδος | ανάποδη | ανάποδο |
| Γενική | ανάποδου | ανάποδης | ανάποδου |
| Αιτιατική | ανάποδο | ανάποδη | ανάποδο |
| Κλητική | ανάποδε | ανάποδη | ανάποδο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάποδοι | ανάποδες | ανάποδα |
| Γενική | ανάποδων | ανάποδων | ανάποδων |
| Αιτιατική | ανάποδους | ανάποδες | ανάποδα |
| Κλητική | ανάποδοι | ανάποδες | ανάποδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →