Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναποδιάρης

/a.na.poˈðʝa.ɾis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικείοαυτός που είναι αναποδιάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναποδιάρης < αναποδ(ιά) ή ανάποδ(ος) + -ιάρης : Και ουσιαστικοποιημένο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναποδιάρα / αναποδιάρης / αναποδιάρικοαναποδιάρες / αναποδιάρηδες / αναποδιάρικα
Γενικήαναποδιάρας / αναποδιάρη / αναποδιάρικουαναποδιάρηδων / αναποδιάρικων
Αιτιατικήαναποδιάρα / αναποδιάρη / αναποδιάρικοαναποδιάρες / αναποδιάρηδες / αναποδιάρικα
Κλητικήαναποδιάρα / αναποδιάρη / αναποδιάρικοαναποδιάρες / αναποδιάρηδες / αναποδιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αναποδιάρης

/a.na.poˈðʝa.ɾis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείογρουσούζης, ανάποδος άνθρωπος, κακότροπος Βικιλεξικό
    • Τι ως τώρα εσύ στρεβλός κι' αναποδιάρης δεν είσουν· (⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 603 απόδοση Αλέξανδρου Πάλλη)

Ετυμολογία

αναποδιάρης < αναποδ(ιά) ή ανάποδ(ος) + -ιάρης : Και ουσιαστικοποιημένο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναποδιάρηςαναποδιάρααναποδιάρικο
Γενικήαναποδιάρηαναποδιάραςαναποδιάρικου
Αιτιατικήαναποδιάρηαναποδιάρααναποδιάρικο
Κλητικήαναποδιάρηαναποδιάρααναποδιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναποδιάρηδεςαναποδιάρεςαναποδιάρικα
Γενικήαναποδιάρηδων—αναποδιάρικων
Αιτιατικήαναποδιάρηδεςαναποδιάρεςαναποδιάρικα
Κλητικήαναποδιάρηδεςαναποδιάρεςαναποδιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →