αναποτελεσματικότητα
•
- η μη αποτελεσματικότητα, το αρνητικό αποτέλεσμα μιας προσπάθειας, εκείνο που δεν φέρνει το ποθητό αποτέλεσμα χωρίς απαραιτήτως να φέρει και κάτι κακό, η αδυναμία ανθρώπων ή μέσων να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος στόχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναποτελεσματικότητα < μαρτυρείται από το 1888 ως ἀναποτελεσματικ(ότης) + -ότητα, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inefficacité. Μορφολογικά αναλύεται σε αναποτελεσματικ(ός) + -ότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναποτελεσματικότητα | αναποτελεσματικότητες |
| Γενική | αναποτελεσματικότητας | αναποτελεσματικοτήτων |
| Αιτιατική | αναποτελεσματικότητα | αναποτελεσματικότητες |
| Κλητική | αναποτελεσματικότητα | αναποτελεσματικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →