αποτελεσματικότητα
•
- το να είναι κανείς αποτελεσματικός Βικιλεξικό
- οικονομίατο να είναι κανείς αποτελεσματικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτελεσματικότητα < μαρτυρείται από το 1869 ως ἀποτελεσματικ(ότης) + -ότητα. Μορφολογικά αναλύεται σε αποτελεσματικ(ός) + -ότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτελεσματικότητα | αποτελεσματικότητες |
| Γενική | αποτελεσματικότητας | αποτελεσματικοτήτων |
| Αιτιατική | αποτελεσματικότητα | αποτελεσματικότητες |
| Κλητική | αποτελεσματικότητα | αποτελεσματικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →