Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτελεσματικότητα

/a.po.te.le.zma.tiˈko.ti/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κανείς αποτελεσματικός Βικιλεξικό
  2. οικονομίατο να είναι κανείς αποτελεσματικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποτελεσματικότητα < μαρτυρείται από το 1869 ως ἀποτελεσματικ(ότης) + -ότητα. Μορφολογικά αναλύεται σε αποτελεσματικ(ός) + -ότητα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποτελεσματικότητααποτελεσματικότητες
Γενικήαποτελεσματικότηταςαποτελεσματικοτήτων
Αιτιατικήαποτελεσματικότητααποτελεσματικότητες
Κλητικήαποτελεσματικότητααποτελεσματικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →