Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναποφάσιστος

/a.na.poˈfa.si.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο μη αποφασιστικός, ο διστακτικός, που δεν μπορεί να επιλέξει και αντιμετωπίζει δίλημμα, που μένει μετέωρος, ίσως άπραγος, παθητικός Βικιλεξικό
    • "Γιατί διστάζεις;" ρώτησε ο Νικήτας που μ' έβλεπε αναποφάσιστη. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
    • Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμαρτύρεται, θα λέει ότι είναι αδικημένος, θα κάνει κριτική. (Οι «ψεύτικες νίκες» και οι ηγέτες της αποχής, serreslife.gr, ανακτήθηκε στις 14/8/2025 https://www.serreslife.gr/%CE%B1%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%83/20863-%CE%BF%CE%B9-%C2%AB%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82%C2%BB-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B7%CE%B3%CE%AD%CF%84%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE%CF%82.html)

Ετυμολογία

αναποφάσιστος < αν- (α- στερητικό) + (αποφασίζω) αποφασισ- + -τος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική indécis, irrésolu

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναποφάσιστοςαναποφάσιστηαναποφάσιστο
Γενικήαναποφάσιστουαναποφάσιστηςαναποφάσιστου
Αιτιατικήαναποφάσιστοαναποφάσιστηαναποφάσιστο
Κλητικήαναποφάσιστεαναποφάσιστηαναποφάσιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναποφάσιστοιαναποφάσιστεςαναποφάσιστα
Γενικήαναποφάσιστωναναποφάσιστωναναποφάσιστων
Αιτιατικήαναποφάσιστουςαναποφάσιστεςαναποφάσιστα
Κλητικήαναποφάσιστοιαναποφάσιστεςαναποφάσιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →