αναποφασιστικότητα
•
- η έλλειψη αποφασιστικότητας, η αδυναμία κάποιου να πάρει αποφάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναποφασιστικότητα < αν- στερητικό + αποφασιστικότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναποφασιστικότητα | αναποφασιστικότητες |
| Γενική | αναποφασιστικότητας | αναποφασιστικοτήτων |
| Αιτιατική | αναποφασιστικότητα | αναποφασιστικότητες |
| Κλητική | αναποφασιστικότητα | αναποφασιστικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →