Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναποφασιστικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έλλειψη αποφασιστικότητας, η αδυναμία κάποιου να πάρει αποφάσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναποφασιστικότητα < αν- στερητικό + αποφασιστικότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναποφασιστικότητααναποφασιστικότητες
Γενικήαναποφασιστικότηταςαναποφασιστικοτήτων
Αιτιατικήαναποφασιστικότητααναποφασιστικότητες
Κλητικήαναποφασιστικότητααναποφασιστικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →