Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπτήρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. συσκευή που επιτρέπει το άναμμα φωτιάς και χρησιμοποιείται κυρίως από καπνιστές Βικιλεξικό
    • Το σκοτάδι μας τύλιγε όλο και πιο απειλητικό. Ο αναπτήρας του Άρη μας έκανε λαχτάρες. Αρνιόταν να ξανανάψει. Ο τρόμος φούντωσε μέσα μας και κατατρόπωσε τις πολεμοχαρείς φαντασιώσεις μας. (Φρίξος Κολώτας, Ο εντιμότατος κύριος Θεοφύλακτος Γυπάρης, εκδ. Περίπλους, 2002, σελ. 113)

Ετυμολογία

αναπτήρας < ανάβω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναπτήραςαναπτήρες
Γενικήαναπτήρααναπτήρων
Αιτιατικήαναπτήρααναπτήρες
Κλητικήαναπτήρααναπτήρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →