Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσακμάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είδος αναπτήρα που χρησιμοποιεί τσακμακόπετρα Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάο αναπτήρας Βικιλεξικό
    • «Φέρε, Αμαλία, και την καπνοσύριγγα του πατέρα σου, καπνίζετε, κύριε;» Ο Ρωμαίος προτίμησε να ανάψει το τσιμπούκι του. Έβγαλε ευθύς την ταμπακέρα με τον ψιλοκομμένο καπνό, γέμισε το εβένινο τσιμπούκι και το άναψε με το ασημοποίκιλτο τσακμάκι του (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011 https://books.google.gr/books?id=9192BQAAQBAJ&lpg=PT56&dq=%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9&pg=PT56#v=onepage&q=%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9&f=false)

Ετυμολογία

τσακμάκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چاقماق (çakmak) (τουρκική çakmak) + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσακμάκιτσακμάκια
Γενικήτσακμακιούτσακμακιών
Αιτιατικήτσακμάκιτσακμάκια
Κλητικήτσακμάκιτσακμάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →