αναπυρώνω
•
- κάνω κάτι για να ανάψει ξανά μια φωτιά που είχε σβήσει ή για να ξαναγίνουν έντονες οι φλόγες της αν έχει μισοσβήσει Βικιλεξικό
- ξαναφέρνω στην επιφάνεια κάτι που είχε ξεχαστεί, όχι αναγκαστικά δυσάρεστο Βικιλεξικό
- ανακινώ ένα δυσάρεστο θέμα που κάποιοι θα ήθελαν πια να ξεχαστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπυρώνω < (καθαρεύουσα) ἀναπυρώνω < αρχαία ελληνική ἀναπυρόω / ἀναπυρῶ
Άλλοι τύποι
αναπυρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →