αναριγώ
•
- ριγώ, νιώθω ρίγος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναριγώ < ανα- + ριγώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναριγώ | αναριγείς | αναριγεί | αναριγούμε | αναριγείτε | αναριγούν / αναριγούνε |
| Παρατατικός | αναριγούσα | αναριγούσες | αναριγούσε | αναριγούσαμε | αναριγούσατε | αναριγούσαν / αναριγούσανε |
| Αόριστος | αναρίγησα | αναρίγησες | αναρίγησε | αναριγήσαμε | αναριγήσατε | αναρίγησαν / αναριγήσαν / αναριγήσανε |
| Μέλλοντας | θα αναριγήσω / θα αναριγώ | θα αναριγήσεις / θα αναριγείς | θα αναριγήσει / θα αναριγεί | θα αναριγήσουμε / θα αναριγούμε | θα αναριγήσετε / θα αναριγείτε | θα αναριγήσουν / θα αναριγήσουνε / θα αναριγούν / θα αναριγούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναριγήσει | έχεις αναριγήσει | έχει αναριγήσει | έχουμε αναριγήσει | έχετε αναριγήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναριγήσει | είχες αναριγήσει | είχε αναριγήσει | είχαμε αναριγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναριγήσει / να αναριγήσω / να αναριγώ | να έχεις αναριγήσει / να αναριγήσεις / να αναριγείς | να έχει αναριγήσει / να αναριγήσει / να αναριγεί | να έχουμε αναριγήσει / να αναριγήσουμε / να αναριγούμε | να έχετε αναριγήσει / να αναριγήσετε / να αναριγείτε | να αναριγήσουν / να αναριγήσουνε / να αναριγούν / να αναριγούνε |
| Προστακτική | — | αναρίγει / αναρίγησε | — | — | αναριγήστε / αναριγείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →