αναρρίχηση
•
- το να σκαρφαλώνει κάποιος σε ύψωμα με μεγάλη κλίση Βικιλεξικό
- αθλητισμόςαγώνισμα που απαιτεί ανάβαση σε ύψωμα με μεγάλη κλίση που απαιτεί να χρησιμοποιήσει κανείς και τα χέρια του και πιθανόν ειδικό εξοπλισμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ανοδική πορεία κάποιου σε αξιώματα ή επαγγελματικές θέσεις, ακόμη και με αθέμιτο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρρίχηση < αναρριχώμαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναρρίχηση | αναρριχήσεις |
| Γενική | αναρρίχησης | αναρριχήσεων |
| Αιτιατική | αναρρίχηση | αναρριχήσεις |
| Κλητική | αναρρίχηση | αναρριχήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →