Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναρριχώμαι

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάσκαρφαλώνω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαποκτώ ένα αξίωμα με μη θεμιτό τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναρριχώμαι < αρχαία ελληνική ἀναρριχάομαι / ἀναρριχῶμαι

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναρριχώμαι——αναρριχώμεθααναρριχάσθεαναρριχώνται
Παρατατικός—————αναρριχόνταν / αναρριχόντουσαν
Αόριστος—————αναρριχηθήκαν / αναρριχηθήκανε
Μέλλονταςθα αναρριχηθώ / θα αναρριχώμαιθα αναρριχηθείςθα αναρριχηθείθα αναρριχηθούμε / θα αναρριχώμεθαθα αναρριχάσθε / θα αναρριχηθείτεθα αναρριχηθούν / θα αναρριχηθούνε / θα αναρριχώνται
Παρακείμενοςέχω αναρριχηθείέχεις αναρριχηθείέχει αναρριχηθείέχουμε αναρριχηθείέχετε αναρριχηθεί—
Υπερσυντέλικοςείχα αναρριχηθείείχες αναρριχηθείείχε αναρριχηθείείχαμε αναρριχηθεί——
Υποτακτικήνα έχω αναρριχηθεί / να αναρριχηθώ / να αναρριχώμαινα έχεις αναρριχηθεί / να αναρριχηθείςνα έχει αναρριχηθεί / να αναρριχηθείνα έχουμε αναρριχηθεί / να αναρριχηθούμε / να αναρριχώμεθανα έχετε αναρριχηθεί / να αναρριχάσθε / να αναρριχηθείτενα αναρριχηθούν / να αναρριχηθούνε / να αναρριχώνται
Προστακτική—αναρριχήσου——αναρριχάσθε / αναρριχηθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώτας—αναρριχάσαιαναρριχάταιαναρριχόμαστεαναρριχάστε—
Παρατατικόςαναρριχόμουναναρριχόσουναναρριχόταναναρριχόμασταναναρριχόσασταν—
Αόριστοςαναρριχήθηκααναρριχήθηκεςαναρριχήθηκεαναρριχηθήκαμεαναρριχηθήκατεαναρριχήθηκαν
Μέλλοντας—θα αναρριχάσαιθα αναρριχάταιθα αναρριχόμαστεθα αναρριχάστε—
Υποτακτική—να αναρριχάσαινα αναρριχάταινα αναρριχόμαστενα αναρριχάστε—
Προστακτική————αναρριχάστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →