αναρριχώμαι
•
- κυριολεκτικάσκαρφαλώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποκτώ ένα αξίωμα με μη θεμιτό τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρριχώμαι < αρχαία ελληνική ἀναρριχάομαι / ἀναρριχῶμαι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναρριχώμαι | — | — | αναρριχώμεθα | αναρριχάσθε | αναρριχώνται |
| Παρατατικός | — | — | — | — | — | αναρριχόνταν / αναρριχόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | αναρριχηθήκαν / αναρριχηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αναρριχηθώ / θα αναρριχώμαι | θα αναρριχηθείς | θα αναρριχηθεί | θα αναρριχηθούμε / θα αναρριχώμεθα | θα αναρριχάσθε / θα αναρριχηθείτε | θα αναρριχηθούν / θα αναρριχηθούνε / θα αναρριχώνται |
| Παρακείμενος | έχω αναρριχηθεί | έχεις αναρριχηθεί | έχει αναρριχηθεί | έχουμε αναρριχηθεί | έχετε αναρριχηθεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναρριχηθεί | είχες αναρριχηθεί | είχε αναρριχηθεί | είχαμε αναρριχηθεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναρριχηθεί / να αναρριχηθώ / να αναρριχώμαι | να έχεις αναρριχηθεί / να αναρριχηθείς | να έχει αναρριχηθεί / να αναρριχηθεί | να έχουμε αναρριχηθεί / να αναρριχηθούμε / να αναρριχώμεθα | να έχετε αναρριχηθεί / να αναρριχάσθε / να αναρριχηθείτε | να αναρριχηθούν / να αναρριχηθούνε / να αναρριχώνται |
| Προστακτική | — | αναρριχήσου | — | — | αναρριχάσθε / αναρριχηθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | — | αναρριχάσαι | αναρριχάται | αναρριχόμαστε | αναρριχάστε | — |
| Παρατατικός | αναρριχόμουν | αναρριχόσουν | αναρριχόταν | αναρριχόμασταν | αναρριχόσασταν | — |
| Αόριστος | αναρριχήθηκα | αναρριχήθηκες | αναρριχήθηκε | αναρριχηθήκαμε | αναρριχηθήκατε | αναρριχήθηκαν |
| Μέλλοντας | — | θα αναρριχάσαι | θα αναρριχάται | θα αναρριχόμαστε | θα αναρριχάστε | — |
| Υποτακτική | — | να αναρριχάσαι | να αναρριχάται | να αναρριχόμαστε | να αναρριχάστε | — |
| Προστακτική | — | — | — | — | αναρριχάστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →