Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναρριπίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοαναζωογονώ, αναμοχλεύω Βικιλεξικό
    • Μια θάλασσα από σημαίες σάλευε στον άνεμο αναρριπίζοντας λες την τρελή χαρά. (Αθηνά Κακούρη (2005) Θέκλη [μυθιστόρημα])
  2. λόγιοφυσώ τη φωτιά, προκειμένου να παραμείνει αναμμένη, δυναμώνω τη φλόγα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναρριπίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναρριπίζω < ἀνα- + ῥιπίζω < ῥιπίς < ῥίψ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναρριπίζωαναρριπίζειςαναρριπίζειαναρριπίζουμεαναρριπίζετεαναρριπίζουν / αναρριπίζουνε
Παρατατικόςαναρρίπιζααναρρίπιζεςαναρρίπιζεαναρριπίζαμεαναρριπίζατεαναρρίπιζαν / αναρριπίζαν / αναρριπίζανε
Αόριστοςαναρρίπισααναρρίπισεςαναρρίπισεαναρριπίσαμεαναρριπίσατεαναρρίπισαν / αναρριπίσαν / αναρριπίσανε
Μέλλονταςθα αναρριπίζω / θα αναρριπίσωθα αναρριπίζεις / θα αναρριπίσειςθα αναρριπίζει / θα αναρριπίσειθα αναρριπίζουμε / θα αναρριπίσουμεθα αναρριπίζετε / θα αναρριπίσετεθα αναρριπίζουν / θα αναρριπίζουνε / θα αναρριπίσουν / θα αναρριπίσουνε
Παρακείμενοςέχω αναρριπίσειέχεις αναρριπίσειέχει αναρριπίσειέχουμε αναρριπίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αναρριπίσειείχες αναρριπίσειείχε αναρριπίσει———
Υποτακτικήνα έχω αναρριπίσει / να αναρριπίζω / να αναρριπίσωνα έχεις αναρριπίσει / να αναρριπίζεις / να αναρριπίσειςνα έχει αναρριπίσει / να αναρριπίζει / να αναρριπίσεινα έχουμε αναρριπίσει / να αναρριπίζουμε / να αναρριπίσουμενα αναρριπίζετε / να αναρριπίσετενα αναρριπίζουν / να αναρριπίζουνε / να αναρριπίσουν / να αναρριπίσουνε
Προστακτική—αναρρίπιζε / αναρρίπισε——αναρριπίζετε / αναρριπίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αναρριπίστηκααναρριπίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →