Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναρρόφηση

/a.naˈɾo.fi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μηχανικήη ενέργεια του αναρροφώ, το ρούφηγμα προς τα πάνω Βικιλεξικό
  2. μηχανολογίαη ενέργεια του αναρροφώ, το ρούφηγμα προς τα πάνω Βικιλεξικό
  3. ιατρικήη ενέργεια του αναρροφώ, το ρούφηγμα προς τα πάνω Βικιλεξικό
    • (καταχρηστικά) η εισρόφηση

Ετυμολογία

αναρρόφηση < αναρροφώ, (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναρρόφη(σις) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε ανα- + ρόφηση με διπλασιασμό ρρ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναρρόφησηαναρροφήσεις
Γενικήαναρρόφησηςαναρροφήσεων
Αιτιατικήαναρρόφησηαναρροφήσεις
Κλητικήαναρρόφησηαναρροφήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →