αναρροφώ
•
- ρουφώ, πραγματοποιώ αναρρόφηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρροφώ < αρχαία ελληνική ἀναρροφέω / ἀναρροφῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναρροφώ | αναρροφείς | αναρροφεί | αναρροφούμε | αναρροφείτε | αναρροφούν / αναρροφούνε |
| Παρατατικός | αναρροφούσα | αναρροφούσες | αναρροφούσε | αναρροφούσαμε | αναρροφούσατε | αναρροφούσαν / αναρροφούσανε |
| Αόριστος | αναρρόφησα | αναρρόφησες | αναρρόφησε | αναρροφήσαμε | αναρροφήσατε | αναρροφήσαν / αναρροφήσανε / αναρρόφησαν |
| Μέλλοντας | θα αναρροφήσω / θα αναρροφώ | θα αναρροφήσεις / θα αναρροφείς | θα αναρροφήσει / θα αναρροφεί | θα αναρροφήσουμε / θα αναρροφούμε | θα αναρροφήσετε / θα αναρροφείτε | θα αναρροφήσουν / θα αναρροφήσουνε / θα αναρροφούν / θα αναρροφούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναρροφήσει | έχεις αναρροφήσει | έχει αναρροφήσει | έχουμε αναρροφήσει | έχετε αναρροφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναρροφήσει | είχες αναρροφήσει | είχε αναρροφήσει | είχαμε αναρροφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναρροφήσει / να αναρροφήσω / να αναρροφώ | να έχεις αναρροφήσει / να αναρροφήσεις / να αναρροφείς | να έχει αναρροφήσει / να αναρροφήσει / να αναρροφεί | να έχουμε αναρροφήσει / να αναρροφήσουμε / να αναρροφούμε | να έχετε αναρροφήσει / να αναρροφήσετε / να αναρροφείτε | να αναρροφήσουν / να αναρροφήσουνε / να αναρροφούν / να αναρροφούνε |
| Προστακτική | — | αναρρόφει / αναρρόφησε | — | — | αναρροφήστε / αναρροφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →