Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναρχοσυνδικαλιστής

/a.naɾ.xo.sin.ði.ka.liˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. συνδικαλιστής ο οποίος υποστηρίζει τις θέσεις του αναρχοσυνδικαλισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναρχοσυνδικαλιστής < (λόγιο δάνειο) γαλλική anarchosyndicaliste Μορφολογικά αναλύεται σε αναρχ(ισμός) + -ο- + συνδικαλιστής.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναρχοσυνδικαλιστήςαναρχοσυνδικαλιστές
Γενικήαναρχοσυνδικαλιστήαναρχοσυνδικαλιστών
Αιτιατικήαναρχοσυνδικαλιστήαναρχοσυνδικαλιστές
Κλητικήαναρχοσυνδικαλιστήαναρχοσυνδικαλιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →