αναρωτώ
•
- δημοτικήρωτάω για δεύτερη φορά, ρωτώ συχνά ή με ιδιαίτερο ενδιαφέρον Βικιλεξικό
- αναρωτώ σε μάτια μου το τι σου λεν για μένα (δημοτικό τραγούδι)
Ετυμολογία
αναρωτώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀναρωτῶ > αρχαία ελληνική ἀνερωτῶ, συνηρημένος τύπος του ἀνερωτάω με επανεισαγωγή του ανά. Μορφολογικά αναλύεται σε ανα- + ρωτάω / ρωτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναρωτάω / αναρωτώ | αναρωτάς | αναρωτά / αναρωτάει | αναρωτάμε / αναρωτούμε | αναρωτάτε | αναρωτάν / αναρωτάνε / αναρωτούν / αναρωτούνε |
| Παρατατικός | αναρωτούσα | αναρωτούσες | αναρωτούσε | αναρωτούσαμε | αναρωτούσατε | αναρωτούσαν / αναρωτούσανε |
| Αόριστος | αναρώτησα | αναρώτησες | αναρώτησε | αναρωτήσαμε | αναρωτήσατε | αναρωτήσαν / αναρωτήσανε / αναρώτησαν |
| Μέλλοντας | θα αναρωτάω / θα αναρωτήσω / θα αναρωτώ | θα αναρωτάς / θα αναρωτήσεις | θα αναρωτά / θα αναρωτάει / θα αναρωτήσει | θα αναρωτάμε / θα αναρωτήσουμε / θα αναρωτούμε | θα αναρωτάτε / θα αναρωτήσετε | θα αναρωτάν / θα αναρωτάνε / θα αναρωτήσουν / θα αναρωτήσουνε / θα αναρωτούν / θα αναρωτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναρωτήσει | έχεις αναρωτήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναρωτήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναρωτήσει / να αναρωτάω / να αναρωτήσω / να αναρωτώ | να έχεις αναρωτήσει / να αναρωτάς / να αναρωτήσεις | να αναρωτά / να αναρωτάει / να αναρωτήσει | να αναρωτάμε / να αναρωτήσουμε / να αναρωτούμε | να αναρωτάτε / να αναρωτήσετε | να αναρωτάν / να αναρωτάνε / να αναρωτήσουν / να αναρωτήσουνε / να αναρωτούν / να αναρωτούνε |
| Προστακτική | — | αναρώτα / αναρώταγε / αναρώτησε | — | — | αναρωτάτε / αναρωτήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →