Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανασασμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ανάσα Βικιλεξικό
    • Αηδόνι ντροπαλό μες στον ανασασμό των φύλλων ... (⌘ Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄, Ελένη)
    • Μ 'έναν αχνό ανασασμό κι ένα λιτό μανδύα ... (τραγούδι σε ποίηση Λίνου Ιωαννίδη, μελοποιημένο από τα Διάφανα Κρίνα)
  2. μεταφορικάανακούφιση, ξαλάφρωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανασασμός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνασασμός < ἀνασαίνω + -σμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανασασμόςανασασμοί
Γενικήανασασμούανασασμών
Αιτιατικήανασασμόανασασμούς
Κλητικήανασασμέανασασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →