ανασκοπώ
•
- επανεξετάζω Βικιλεξικό
- αναπολώ, αναλογίζομαι Βικιλεξικό
- ανακεφαλαιώνω, συγκεφαλαιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανασκοπώ < αρχαία ελληνική ἀνασκοπέω / ἀνασκοπῶ < σκοπέω / σκοπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανασκοπώ | ανασκοπείς | ανασκοπεί | ανασκοπούμε | ανασκοπείτε | ανασκοπούν / ανασκοπούνε |
| Παρατατικός | ανασκοπούσα | ανασκοπούσες | ανασκοπούσε | ανασκοπούσαμε | ανασκοπούσατε | ανασκοπούσαν / ανασκοπούσανε |
| Αόριστος | ανασκόπησα | ανασκόπησες | ανασκόπησε | ανασκοπήσαμε | ανασκοπήσατε | ανασκοπήσαν / ανασκοπήσανε / ανασκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα ανασκοπήσω / θα ανασκοπώ | θα ανασκοπήσεις / θα ανασκοπείς | θα ανασκοπήσει / θα ανασκοπεί | θα ανασκοπήσουμε / θα ανασκοπούμε | θα ανασκοπήσετε / θα ανασκοπείτε | θα ανασκοπήσουν / θα ανασκοπήσουνε / θα ανασκοπούν / θα ανασκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανασκοπήσει | έχεις ανασκοπήσει | έχει ανασκοπήσει | έχουμε ανασκοπήσει | έχετε ανασκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανασκοπήσει | είχες ανασκοπήσει | είχε ανασκοπήσει | είχαμε ανασκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανασκοπήσει / να ανασκοπήσω / να ανασκοπώ | να έχεις ανασκοπήσει / να ανασκοπήσεις / να ανασκοπείς | να έχει ανασκοπήσει / να ανασκοπήσει / να ανασκοπεί | να έχουμε ανασκοπήσει / να ανασκοπήσουμε / να ανασκοπούμε | να έχετε ανασκοπήσει / να ανασκοπήσετε / να ανασκοπείτε | να ανασκοπήσουν / να ανασκοπήσουνε / να ανασκοπούν / να ανασκοπούνε |
| Προστακτική | — | ανασκόπει / ανασκόπησε | — | — | ανασκοπήστε / ανασκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →