αναστομώνω
•
- ανοίγω τρύπα ή διευρύνω μια ήδη ανοιγμένη Βικιλεξικό
- τροχίζω, ακονίζω Βικιλεξικό
- λειαίνω Βικιλεξικό
- ξαναβάφω Βικιλεξικό
- ιατρικήκάνω αναστόμωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναστομώνω < αναστόμωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική anastomoser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναστομώνω | αναστομώνεις | αναστομώνει | αναστομώνουμε | αναστομώνετε | αναστομώνουν / αναστομώνουνε |
| Παρατατικός | αναστόμωνα | αναστόμωνες | αναστόμωνε | αναστομώναμε | αναστομώνατε | αναστομώναν / αναστομώνανε / αναστόμωναν |
| Αόριστος | αναστόμωσα | αναστόμωσες | αναστόμωσε | αναστομώσαμε | αναστομώσατε | αναστομώσαν / αναστομώσανε / αναστόμωσαν |
| Μέλλοντας | θα αναστομώνω / θα αναστομώσω | θα αναστομώνεις / θα αναστομώσεις | θα αναστομώνει / θα αναστομώσει | θα αναστομώνουμε / θα αναστομώσουμε | θα αναστομώνετε / θα αναστομώσετε | θα αναστομώνουν / θα αναστομώνουνε / θα αναστομώσουν / θα αναστομώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναστομώσει | έχεις αναστομώσει | έχει αναστομώσει | έχουμε αναστομώσει | έχετε αναστομώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναστομώσει | είχες αναστομώσει | είχε αναστομώσει | είχαμε αναστομώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναστομώσει / να αναστομώνω / να αναστομώσω | να έχεις αναστομώσει / να αναστομώνεις / να αναστομώσεις | να έχει αναστομώσει / να αναστομώνει / να αναστομώσει | να έχουμε αναστομώσει / να αναστομώνουμε / να αναστομώσουμε | να έχετε αναστομώσει / να αναστομώνετε / να αναστομώσετε | να αναστομώνουν / να αναστομώνουνε / να αναστομώσουν / να αναστομώσουνε |
| Προστακτική | — | αναστόμωνε / αναστόμωσε | — | — | αναστομώνετε / αναστομώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →