αναστυλώνω
•
- υποστηρίζω κάτι (στέγη, τοίχο) με υποστυλώματα, με πασσάλους Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόσηκώνω κάτι όρθιο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαναζωογωνώ, ξαναβρίσκω το σθένος μου Βικιλεξικό
- όταν του είπαν "μπράβο", αναστυλώθηκε το κουράγιο του
Ετυμολογία
αναστυλώνω < ανα- + στύλ(ος) (αρχαία ελληνική στῦλος) + -ώνω. Διαφορετικό το αναστηλώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναστυλώνω | αναστυλώνεις | αναστυλώνει | αναστυλώνουμε | αναστυλώνετε | αναστυλώνουν / αναστυλώνουνε |
| Παρατατικός | αναστύλωνα | αναστύλωνες | αναστύλωνε | αναστυλώναμε | αναστυλώνατε | αναστυλώναν / αναστυλώνανε / αναστύλωναν |
| Αόριστος | αναστύλωσα | αναστύλωσες | αναστύλωσε | αναστυλώσαμε | αναστυλώσατε | αναστυλώσαν / αναστυλώσανε / αναστύλωσαν |
| Μέλλοντας | θα αναστυλώνω / θα αναστυλώσω | θα αναστυλώνεις / θα αναστυλώσεις | θα αναστυλώνει / θα αναστυλώσει | θα αναστυλώνουμε / θα αναστυλώσουμε | θα αναστυλώνετε / θα αναστυλώσετε | θα αναστυλώνουν / θα αναστυλώνουνε / θα αναστυλώσουν / θα αναστυλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναστυλώσει | έχεις αναστυλώσει | έχει αναστυλώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναστυλώσει | είχες αναστυλώσει | είχε αναστυλώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναστυλώσει / να αναστυλώνω / να αναστυλώσω | να έχεις αναστυλώσει / να αναστυλώνεις / να αναστυλώσεις | να έχει αναστυλώσει / να αναστυλώνει / να αναστυλώσει | να αναστυλώνουμε / να αναστυλώσουμε | να αναστυλώνετε / να αναστυλώσετε | να αναστυλώνουν / να αναστυλώνουνε / να αναστυλώσουν / να αναστυλώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αναστυλωμένο / αναστύλωνε / αναστύλωσε | — | — | αναστυλώνετε / αναστυλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναστυλώθηκααναστυλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →