υποστυλώνω
•
- αρχιτεκτονικήστηρίζω κάτι (πρόχειρα, προσωρινά ή μόνιμα) με υποστυλώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποστυλώνω < (ελληνιστική κοινή) < ὑπόστυλος < αρχαία ελληνική στῦλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποστυλώνω | υποστυλώνεις | υποστυλώνει | υποστυλώνουμε | υποστυλώνετε | υποστυλώνουν / υποστυλώνουνε |
| Παρατατικός | υποστύλωνα | υποστύλωνες | υποστύλωνε | υποστυλώναμε | υποστυλώνατε | υποστυλώναν / υποστυλώνανε / υποστύλωναν |
| Αόριστος | υποστύλωσα | υποστύλωσες | υποστύλωσε | υποστυλώσαμε | υποστυλώσατε | υποστυλώσαν / υποστυλώσανε / υποστύλωσαν |
| Μέλλοντας | θα υποστυλώνω / θα υποστυλώσω | θα υποστυλώνεις / θα υποστυλώσεις | θα υποστυλώνει / θα υποστυλώσει | θα υποστυλώνουμε / θα υποστυλώσουμε | θα υποστυλώνετε / θα υποστυλώσετε | θα υποστυλώνουν / θα υποστυλώνουνε / θα υποστυλώσουν / θα υποστυλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποστυλώσει | έχεις υποστυλώσει | έχει υποστυλώσει | έχουμε υποστυλώσει | έχετε υποστυλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποστυλώσει | είχες υποστυλώσει | είχε υποστυλώσει | είχαμε υποστυλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποστυλώσει / να υποστυλώνω / να υποστυλώσω | να έχεις υποστυλώσει / να υποστυλώνεις / να υποστυλώσεις | να έχει υποστυλώσει / να υποστυλώνει / να υποστυλώσει | να έχουμε υποστυλώσει / να υποστυλώνουμε / να υποστυλώσουμε | να έχετε υποστυλώσει / να υποστυλώνετε / να υποστυλώσετε | να υποστυλώνουν / να υποστυλώνουνε / να υποστυλώσουν / να υποστυλώσουνε |
| Προστακτική | — | υποστύλωνε / υποστύλωσε | — | — | υποστυλώνετε / υποστυλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →